Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Post Type Selectors

Η Ιατρική στον Πόντο πριν από τις μεγάλες επιδημίες: Από τον Κρατεύα στη λαϊκή θεραπευτική και τον κοινοτικό ιατρό

Από τη Μαρία Αντωνιάδου

Οδοντίατρο, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια του Τμήματος Οδοντιατρικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) και Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Ποντίων Μελισσίων.

Η ιστορία της ιατρικής στον Πόντο δεν αποτελεί απλώς μια διαδοχή ονομάτων, θεραπευτικών συνταγών και υγειονομικών θεσμών. Αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία αντιλαμβανόταν το σώμα, την ασθένεια, τη γέννηση και τον θάνατο. Στον ποντιακό χώρο συνυπήρξαν, σε διαφορετικές αναλογίες ανά εποχή, η λόγια ιατρική γνώση, η χρήση των θεραπευτικών φυτών, οι εμπειρικές πρακτικές, η θρησκευτική πίστη και η κοινοτική φροντίδα.

Η συνύπαρξη αυτή δεν αποτελεί ιστορική αντίφαση. Αντιθέτως, συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα «ιατρικού πλουραρισμού», δηλαδή της παράλληλης προσφυγής σε διαφορετικά συστήματα ερμηνείας και αντιμετώπισης της ασθένειας [1]. Ο ασθενής μπορούσε να απευθυνθεί στον εκπαιδευμένο ιατρό, στον πρακτικό θεραπευτή, στη μαμή ή στο θρησκευτικό πλαίσιο της κοινότητάς του, χωρίς οι επιλογές αυτές να θεωρούνται πάντοτε αμοιβαία αποκλειόμενες.

Ο Κρατεύας και η φαρμακολογική παράδοση του Πόντου

Μία από τις σημαντικότερες μορφές που συνδέονται με την αρχαία ιατρική παράδοση του Πόντου είναι ο Κρατεύας, Έλληνας ιατρός, βοτανολόγος και φαρμακολόγος, ο οποίος έδρασε κατά τον 1ο αιώνα π.Χ. στο περιβάλλον του Μιθριδάτη ΣΤ΄ Ευπάτορα. Οι διαθέσιμες μαρτυρίες τον συνδέουν με τη μελέτη των θεραπευτικών ιδιοτήτων των φυτών και με τη συγγραφή ενός εικονογραφημένου βοτανολογίου, του «Ριζοτομικού». Το έργο του δεν σώθηκε αυτούσιο, αλλά φαίνεται ότι επηρέασε τη μεταγενέστερη φαρμακολογική γραμματεία και ιδιαίτερα την παράδοση που κορυφώθηκε με το έργο του Διοσκουρίδη [2].

Η σημασία του Κρατεύα δεν περιορίζεται στη συγκέντρωση πρακτικών πληροφοριών για τα φυτά. Η απόπειρα να συνδεθεί η ονομασία και η απεικόνιση ενός φυτού με τις θεραπευτικές του ιδιότητες αντιπροσωπεύει ένα πρώιμο βήμα προς τη συστηματική οργάνωση της φαρμακολογικής γνώσης. Εικόνες φυτών στον περίφημο Vienna Dioscurides, χειρόγραφο των αρχών του 6ου αιώνα, θεωρήθηκε ότι ενδέχεται να διατηρούν στοιχεία αυτής της παλαιότερης εικονογραφικής παράδοσης. Η σύνδεση, ωστόσο, παραμένει αντικείμενο επιστημονικής συζήτησης και δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως απολύτως αποδεδειγμένη [2].

Ο Μιθριδάτης ΣΤ΄ συνδέθηκε ιστορικά με την αναζήτηση σύνθετων αντιδότων κατά των δηλητηρίων. Από το όνομά του προέκυψε η ονομασία «μιθριδάτειο», η οποία επιβίωσε επί αιώνες στη φαρμακευτική παράδοση. Η ακριβής σύνθεση και η αποτελεσματικότητα του αρχικού σκευάσματος δεν μπορούν να ανασυσταθούν με βεβαιότητα. Η μεταγενέστερη γραμματεία περιέβαλε το μιθριδάτειο με θρύλους, παραλλαγές και θεραπευτικούς ισχυρισμούς, γι’ αυτό η σύγχρονη ιστορική έρευνα το αντιμετωπίζει κυρίως ως μακρόβιο φαρμακολογικό και πολιτισμικό φαινόμενο [3,4].

Ο Κρατεύας, επομένως, συμβολίζει μια πρώιμη επιστημονική κατεύθυνση: την παρατήρηση της φύσης, την καταγραφή των ιδιοτήτων των φυτών και τη μετατροπή της εμπειρίας σε οργανωμένη γνώση. Ο Πόντος εμφανίζεται ήδη από την αρχαιότητα ως τόπος όπου η πλούσια χλωρίδα, οι εμπορικές επαφές και η λόγια έρευνα μπορούσαν να συναντηθούν.

Η Τραπεζούντα ως χώρος μετάδοσης της επιστημονικής γνώσης

Κατά τη βυζαντινή περίοδο, η Τραπεζούντα δεν υπήρξε απομονωμένη περιφέρεια. Η γεωγραφική της θέση τη συνέδεε με την Κωνσταντινούπολη, τον Καύκασο, την Περσία και τα εμπορικά δίκτυα της Μαύρης Θάλασσας. Το εκτεταμένο έργο των Anthony Bryer και David Winfield για τα μνημεία και την ιστορική τοπογραφία του Πόντου τεκμηριώνει τη σημασία αυτών των διαδρομών και την ιδιαίτερη θέση της Τραπεζούντας στον βυζαντινό κόσμο [5].

Χαρακτηριστική περίπτωση επιστημονικής διαμεσολάβησης αποτελεί ο Γεώργιος Χρυσοκόκκης, ιατρός και αστρονόμος του 14ου αιώνα. Σπούδασε την περσική αστρονομική παράδοση στην Τραπεζούντα και συνέθεσε την Εξήγησιν εις την Σύνταξιν των Περσών. Το έργο του φανερώνει ότι τα όρια ανάμεσα στην ιατρική, την αστρονομία, τα μαθηματικά και τη γεωγραφία δεν ήταν τότε τόσο αυστηρά όσο σήμερα. Η αστρονομική γνώση μπορούσε να θεωρείται χρήσιμη για την ιατρική, ιδίως μέσα στο πλαίσιο των αντιλήψεων της εποχής για την επίδραση του φυσικού κόσμου στο ανθρώπινο σώμα.

Απαιτείται, πάντως, προσοχή ως προς την ταυτότητα του Χρυσοκόκκη. Η βιβλιογραφία αναγνωρίζει την πιθανότητα να υπήρξαν δύο ομώνυμοι λόγιοι: ο ιατρός και αστρονόμος του 14ου αιώνα και ένας μεταγενέστερος δάσκαλος που συνδέθηκε με τον Βησσαρίωνα και άλλους λογίους του 15ου αιώνα. Επομένως, η απόδοση όλων αυτών των δραστηριοτήτων στο ίδιο πρόσωπο δεν θεωρείται ασφαλής [6].

Η περίπτωση του Χρυσοκόκκη αποκαλύπτει κάτι ευρύτερο: η ιστορία της ιατρικής στον Πόντο αποτελεί και ιστορία μετακίνησης της γνώσης. Ελληνικές, περσικές, αραβικές και βυζαντινές επιστημονικές παραδόσεις συναντήθηκαν σε μια περιοχή που λειτουργούσε ως γέφυρα και όχι ως περιθώριο.

Η λαϊκή ιατρική ως σύστημα γνώσης και νοήματος

Δίπλα στη λόγια ιατρική αναπτύχθηκε ένα εκτεταμένο σώμα λαϊκών θεραπευτικών πρακτικών. Οι καταγραφές στο Αρχείον Πόντου και σε άλλα ποντιακά έντυπα διασώζουν τοπικές ονομασίες ασθενειών, θεραπευτικά υλικά και τελετουργίες [7–10]. Το «χαλασόν» δήλωνε τη διάρροια, «τα ρίγα» συνδέονταν με την ελονοσία και το «χτικιό» παρέπεμπε συνήθως στη φθίση ή σε άλλη χρόνια εξασθενητική νόσο. Οι ονομασίες αυτές δεν αποτελούν απλώς γλωσσικά κατάλοιπα. Δείχνουν πώς οι κοινότητες ταξινομούσαν την ασθένεια με βάση τα συμπτώματα που μπορούσαν να παρατηρήσουν.

Ορισμένες πρακτικές επιδίωκαν την πρόκληση έντονης σωματικής αντίδρασης, όπως ιδρώτα, ρίγους ή μεταβολής της θερμοκρασίας. Άλλες βασίζονταν στην αντίληψη ότι η νόσος μπορούσε να μεταφερθεί από το ανθρώπινο σώμα σε ένα φυτό, ένα ζώο ή άλλο υλικό. Παράλληλα, πρακτικοί θεραπευτές αντιμετώπιζαν κατάγματα, εξαρθρώσεις και τραύματα, αξιοποιώντας δεξιότητες που μεταδίδονταν εμπειρικά από γενιά σε γενιά [7–10].

Οι πρακτικές αυτές πρέπει να μελετώνται ιστορικά και ανθρωπολογικά, χωρίς να μετατρέπονται εκ των υστέρων σε ιατρικές οδηγίες. Η παρουσία κρεμμυδιού, σαπουνιού, ζάχαρης, φυτικών υλικών ή ζωικών παραγώγων σε παραδοσιακές θεραπείες μπορεί να παρουσιάζει ενδιαφέρον για την ιστορία της εμπειρικής γνώσης. Δεν αποδεικνύει, όμως, ότι οι πρακτικές ήταν αποτελεσματικές ή ασφαλείς με τα κριτήρια της σύγχρονης κλινικής επιστήμης. Μερικές μπορεί να είχαν πρακτικό αποτέλεσμα, άλλες πιθανότατα λειτουργούσαν κυρίως συμβολικά, ενώ ορισμένες ενείχαν σοβαρούς κινδύνους μόλυνσης ή τοξικότητας.

Η θεραπεία στον Πόντο δεν αποτελούσε μόνο παρέμβαση στο σώμα. Αποτελούσε και παρέμβαση στο νόημα της ασθένειας. Η ευχή, το σταύρωμα, η προσευχή ή η χρήση ενός συμβολικά «ισχυρού» υλικού μπορούσαν να προσφέρουν στον ασθενή και στην οικογένεια ένα πλαίσιο κατανόησης, ψυχικής στήριξης και κοινωνικής συμμετοχής.

Η γυναίκα ως φορέας καθημερινής φροντίδας

Η γυναίκα στον Πόντο κατείχε κομβική θέση στην καθημερινή φροντίδα της οικογένειας. Ως μητέρα, μαμή, φροντίστρια της εγκύου και της λεχώνας, αλλά και ως γνώστρια πρακτικών που συνδέονταν με τη γέννηση και την προστασία του νεογνού, αποτελούσε έναν σιωπηλό αλλά καθοριστικό φορέα φροντίδας. Η συμβολή της δεν αποτυπώθηκε πάντοτε στις επίσημες ιστορικές και ιατρικές πηγές, επειδή η εργασία της αναπτυσσόταν κυρίως μέσα στο σπίτι και μεταδιδόταν προφορικά από γενιά σε γενιά [1].

Η εγκυμοσύνη αντιμετωπιζόταν ως ιδιαίτερη περίοδος στη ζωή της γυναίκας. Η έγκυος χαρακτηριζόταν «βαρασμέντσα», «έμποδος» και «δίψυχος». Οι ονομασίες αυτές υπογράμμιζαν την ξεχωριστή σωματική και κοινωνική της κατάσταση, καθώς θεωρούνταν ότι έφερε μέσα της μία ακόμη ζωή. Παράλληλα, περιβαλλόταν από συγκεκριμένες απαγορεύσεις και προστατευτικές πρακτικές. Απέφευγε, μεταξύ άλλων, τους γάμους και τις κηδείες, επειδή υπήρχε η αντίληψη ότι η συμμετοχή της σε τέτοια γεγονότα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την εγκυμοσύνη ή το παιδί [1].

Κατά τον τοκετό, πρωταγωνιστικό ρόλο αναλάμβανε η μαμή. Η παρουσία της δεν περιοριζόταν στη διαδικασία της γέννας. Φρόντιζε τη μητέρα και το νεογνό κατά τις πρώτες ημέρες μετά τον τοκετό, προσφέροντας πρακτική υποστήριξη σε μια περίοδο αυξημένης ευαισθησίας [1]. Η μαμή αποτελούσε πρόσωπο εμπιστοσύνης και φορέα εμπειρικής γνώσης, η οποία μεταδιδόταν κυρίως μέσα από την παρατήρηση και τη συμμετοχή σε προηγούμενους τοκετούς.

Ιδιαίτερη σημασία αποδιδόταν στη λοχεία. Η λεχώνα θεωρούνταν ευάλωτη για σαράντα ημέρες μετά τη γέννηση. Χαρακτηριστική είναι η ποντιακή φράση: «τη λοχούσας το ταφίν ως τα σεράντα ανοιχτόν εν’», δηλαδή ότι ο τάφος της λεχώνας παραμένει ανοικτός μέχρι να συμπληρωθούν σαράντα ημέρες [1]. Η φράση αποτυπώνει με δραματικό τρόπο την αντίληψη ότι η περίοδος μετά τον τοκετό ήταν κρίσιμη για τη ζωή και την υγεία της γυναίκας.

Κατά το διάστημα αυτό, η μητέρα και το νεογνό παρέμεναν υπό ιδιαίτερη προστασία. Η φροντίδα δεν αποτελούσε αποκλειστικά ατομική υπόθεση, αλλά κινητοποιούσε τις γυναίκες της οικογένειας και του άμεσου κοινωνικού περιβάλλοντος. Έτσι, η λοχεία αποκτούσε ταυτόχρονα σωματική, οικογενειακή και κοινωνική διάσταση.

Το σαραντάρισμα σηματοδοτούσε την ολοκλήρωση αυτής της μεταβατικής περιόδου και την επανένταξη της μητέρας και του παιδιού στην κοινωνική και θρησκευτική ζωή της κοινότητας [1]. Δεν αποτελούσε μόνο θρησκευτική πράξη, αλλά και συμβολικό όριο ανάμεσα στην περίοδο της αυξημένης προστασίας και στην επιστροφή στην καθημερινότητα.

Πόντια γυναίκα εποχής

Αντίστοιχα, η βάπτιση, γνωστή ως «φωτίσα», αποτελούσε σημαντικό κοινωνικό και θρησκευτικό γεγονός. Συνοδευόταν από πομπή, μουσική, λύρα, χορό και ανταλλαγή δώρων, επιβεβαιώνοντας ότι η γέννηση ενός παιδιού δεν αφορούσε μόνο την οικογένεια, αλλά ολόκληρη την κοινότητα [1]. Μέσα από τη βάπτιση, το νεογνό αποκτούσε επίσημη θέση στη θρησκευτική και κοινωνική ζωή, ενώ ενισχύονταν οι δεσμοί ανάμεσα στην οικογένεια, στους αναδόχους και στην ευρύτερη κοινότητα.

Οι πρακτικές αυτές πρέπει να ερμηνεύονται μέσα στο ιστορικό και πολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο αναπτύχθηκαν. Δεν είναι ορθό να τους αποδίδεται αναδρομικά σύγχρονη επιστημονική πρόθεση. Αποτελούσαν πρωτίστως πολιτισμικούς μηχανισμούς προστασίας, κοινωνικής οργάνωσης και νοηματοδότησης της εγκυμοσύνης, της γέννησης και της μητρότητας.

Η γυναίκα στον Πόντο, επομένως, δεν κρατούσε απλώς ενωμένη μια οικογένεια. Μέσα από τη φροντίδα της εγκύου, της λεχώνας και του νεογνού, κρατούσε δεμένη ολόκληρη την κοινότητα. Η παρουσία της συνέδεε τη γέννηση με τη συλλογική μνήμη, τη θρησκευτική παράδοση και τη συνέχεια της ζωής.

Ασθένεια, θάνατος και κοινοτική αντοχή

Στον ποντιακό πολιτισμό, η ασθένεια δεν αντιμετωπιζόταν αποκλειστικά ως ατομική βιολογική διαταραχή. Επηρέαζε τη λειτουργία της οικογένειας, τη δυνατότητα εργασίας, την κοινωνική συμμετοχή και, τελικά, την ισορροπία ολόκληρης της κοινότητας. Το άτομο δεν νοούνταν ως απομονωμένη μονάδα, αλλά ως μέλος ενός πυκνού δικτύου συγγένειας, γειτονίας, πίστης και αλληλοβοήθειας. Για τον λόγο αυτό, η φροντίδα του ασθενούς κινητοποιούσε συγγενείς, γείτονες, γυναίκες φροντίστριες, πρακτικούς θεραπευτές, ιερείς και, όπου υπήρχε δυνατότητα πρόσβασης, εκπαιδευμένους ιατρούς.

Η αντίληψη αυτή συνδεόταν με μια ευρύτερη κοσμοθεώρηση, σύμφωνα με την οποία η ζωή αποτελούσε εύθραυστη και διαρκώς μεταβαλλόμενη ισορροπία ανάμεσα στον άνθρωπο, στην κοινότητα, στη φύση και στον Θεό. Η υγεία δεν αφορούσε μόνο την απουσία της σωματικής νόσου. Συνδεόταν με την ομαλή ένταξη του ανθρώπου στις οικογενειακές και κοινωνικές του σχέσεις, με την ηθική τάξη, με τον φυσικό κύκλο του χρόνου και με τη θρησκευτική πίστη. Η διατάραξη ενός από αυτά τα επίπεδα μπορούσε να επηρεάσει και τα υπόλοιπα.

Οι ποντιακές παροιμίες συμπύκνωναν αυτή τη συλλογική εμπειρία. Η φράση «Ένας κούκος έν’ φέρ’ την άνοιξην» τόνιζε ότι η επιβίωση και η υπέρβαση των δυσκολιών δεν αποτελούσαν ατομική υπόθεση. Αντίστοιχα, η παροιμία «Ο καλός ο λόγος έν’ μισόν ψωμίν» αναγνώριζε την υποστηρικτική δύναμη του λόγου και της ανθρώπινης παρουσίας. Η φροντίδα περιλάμβανε, επομένως, όχι μόνο θεραπευτικές πράξεις πάνω στο σώμα, αλλά και παρηγοριά, συντροφικότητα και διατήρηση της θέσης του ασθενούς μέσα στην κοινότητα.

Η νόσος ως ρευστή και διαπραγματεύσιμη κατάσταση

Η ποντιακή λαϊκή ιατρική δεν μπορεί να κατανοηθεί ανεξάρτητα από τις αντιλήψεις για τη ζωή και τον θάνατο. Εφόσον ο θάνατος δεν παρουσιαζόταν πάντοτε ως απόλυτο και αμετάκλητο τέλος, η ασθένεια μπορούσε επίσης να νοηθεί ως κατάσταση ρευστή, μεταβαλλόμενη και, σε κάποιον βαθμό, διαπραγματεύσιμη.

Στη λαϊκή θεραπευτική η νόσος μπορούσε να «φύγει», να μεταφερθεί σε κάποιο υλικό, να εκτονωθεί μέσα από μια έντονη σωματική αντίδραση ή να απομακρυνθεί μέσω μιας θεραπευτικής ή τελετουργικής πράξης. Η αντίληψη αυτή δεν αντιστοιχεί στη σύγχρονη βιοϊατρική κατανόηση της παθολογίας. Αποκαλύπτει, όμως, τον τρόπο με τον οποίο οι κοινότητες προσπαθούσαν να προσδώσουν νόημα σε καταστάσεις που συχνά δεν μπορούσαν να ελέγξουν.

Η θεραπεία, επομένως, δεν αποσκοπούσε μόνο στην ανακούφιση του σώματος. Αποτελούσε προσπάθεια αποκατάστασης της διαταραγμένης ισορροπίας και αλλαγής της κατεύθυνσης που φαινόταν να έχει λάβει η μοίρα του ασθενούς. Η πρακτική θεραπεία, η προσευχή, η ευχή και η συμμετοχή της κοινότητας μπορούσαν να συνυπάρχουν, επειδή απευθύνονταν σε διαφορετικές αλλά αλληλένδετες διαστάσεις της ανθρώπινης εμπειρίας.

Ο θάνατος ως μετάβαση

Στην ποντιακή παράδοση, ο θάνατος δεν εμφανίζεται μόνο ως βιολογικό τέλος. Στα δημοτικά τραγούδια, στις παροιμίες και στις λαϊκές δοξασίες παρουσιάζεται συχνά ως πέρασμα σε μια διαφορετική κατάσταση ύπαρξης. Ο νεκρός δεν αποκόπτεται αμέσως και ολοκληρωτικά από τον κόσμο των ζωντανών. Εξακολουθεί να έχει θέση στη μνήμη, στο τραγούδι, στην οικογενειακή αφήγηση και στις τελετουργίες της κοινότητας [12,13].

Στα ποντιακά δημοτικά τραγούδια τα όρια ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο εμφανίζονται συχνά ρευστά. Ο νεκρός μπορεί να μιλήσει, να επιστρέψει, να παρέμβει ή να εκπληρώσει μια υποχρέωση απέναντι στους ζωντανούς. Το μοτίβο αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στις ποντιακές παραλλαγές της «Παραλογής του Νεκρού Αδελφού», όπου ο νεκρός αδελφός επιστρέφει προσωρινά για να τηρήσει τον λόγο που είχε δώσει στη μητέρα του [14]. Η επιστροφή δεν αναιρεί τον θάνατο. Υπογραμμίζει, όμως, ότι ο δεσμός, η υπόσχεση και η οικογενειακή υποχρέωση μπορούν, στο συμβολικό επίπεδο, να υπερβούν ακόμη και το όριο του θανάτου.

Με αυτή την έννοια, ο θάνατος δεν καταργεί αμέσως την κοινωνική παρουσία του ανθρώπου. Ο νεκρός εξακολουθεί να συμμετέχει στη ζωή της κοινότητας μέσα από τη μνήμη και τις τελετουργικές πράξεις των ζωντανών. Η φροντίδα του σώματος, το μοιρολόι, η προσευχή και η επίκληση της ευχής του διατηρούν μια μορφή σχέσης ανάμεσα σε εκείνους που έφυγαν και σε εκείνους που παραμένουν.

Ο Χάρος ως πρόσωπο και συνομιλητής

Στα ποντιακά τραγούδια, ο θάνατος προσωποποιείται συχνά στη μορφή του Χάρου. Ο Χάρος δεν εμφανίζεται μόνο ως απρόσωπη βιολογική αναγκαιότητα ή ως αδιαμφισβήτητος τελικός νικητής. Παρουσιάζεται ως δύναμη που πλησιάζει τον άνθρωπο, συνομιλεί μαζί του, ακούει τις παρακλήσεις του και, ορισμένες φορές, μπορεί να καθυστερήσει την τελική έκβαση [12-14].

Η φράση «Ο Χάρος ήρτε και πήρεν με, και πάλιν εφέκεν με» αποτυπώνει χαρακτηριστικά αυτή τη δυνατότητα προσωρινής αναστολής. Αντίστοιχα, η παράκληση «Ας με ζήσεις κι άλλο λίγο…» δείχνει ότι ο άνθρωπος δεν στέκεται πάντοτε παθητικά απέναντι στον θάνατο. Του απευθύνεται, τον παρακαλεί και προσπαθεί να κερδίσει χρόνο.

Η διαπραγμάτευση αυτή δεν πρέπει να ερμηνεύεται κυριολεκτικά. Αποτελεί ποιητικό και φιλοσοφικό τρόπο αντιμετώπισης της θνητότητας. Ο άνθρωπος γνωρίζει ότι δεν μπορεί να καταργήσει τον θάνατο, αλλά αρνείται να εγκαταλείψει τη ζωή χωρίς αντίσταση. Η προσπάθεια να κερδηθεί ακόμη και λίγος χρόνος αποκτά έτσι ιδιαίτερη υπαρξιακή αξία. Ο Χάρος μετατρέπεται από αφηρημένη έννοια σε πρόσωπο και σχέση, ώστε το ακατανόητο γεγονός του θανάτου να μπορεί να ενταχθεί στον ανθρώπινο λόγο [12,14].

Ο θάνατος ως μετάβαση: συμβολική απεικόνιση της πορείας από τον επίγειο κόσμο προς την αιωνιότητα.

Πηγή: Συμβολική εικονογράφηση από το υλικό της παρουσίασης «Η Ιατρική στον Πόντο»· δεν αποτελεί ιστορικό φωτογραφικό τεκμήριο.

Η γυναίκα απέναντι στον θάνατο

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η θέση της γυναίκας στα τραγούδια και στις τελετουργίες του θανάτου. Η γυναίκα δεν αποδέχεται την απώλεια σιωπηλά. Απευθύνεται στον Χάρο, τον αμφισβητεί, τον παρακαλεί ή επιχειρεί να καθυστερήσει την απόφασή του. Η φωνή της λειτουργεί ως φωνή αντίστασης απέναντι στη φθορά και στην απώλεια [12].
Η στάση αυτή δεν αποτελεί άρνηση της θνητότητας. Εκφράζει την επιμονή να μη χαθεί η ζωή χωρίς προσπάθεια και χωρίς λόγο. Η γυναίκα δεν «νικά» τον θάνατο με την κυριολεκτική έννοια, αλλά τον αναγκάζει να γίνει συνομιλητής. Μέσα από το μοιρολόι, τη μνήμη και την αφήγηση, μετατρέπει τον ατομικό πόνο σε συλλογική εμπειρία.

Η γυναικεία παρουσία συνεχίζεται και μετά τον θάνατο. Η φροντίδα του νεκρού σώματος, η συμμετοχή στο μοιρολόι και η διατήρηση της μνήμης αποτελούν διαφορετικές όψεις της ίδιας ευθύνης. Η γυναίκα που προηγουμένως φρόντιζε τον άρρωστο αναλαμβάνει τώρα να συνοδεύσει τον νεκρό στη μετάβαση και να βοηθήσει την οικογένεια να εντάξει την απώλεια στη συλλογική μνήμη.

Η δύναμη της γυναίκας στον ποντιακό πολιτισμό δεν βρίσκεται, επομένως, στη σιωπή της. Βρίσκεται στη φροντίδα, στη μνήμη και στον λόγο της. Μέσα από αυτές τις λειτουργίες αντιστέκεται στη λήθη και διασφαλίζει ότι ο άνθρωπος δεν εξαφανίζεται από την κοινότητα επειδή έπαψε να βρίσκεται βιολογικά ανάμεσα στους ζωντανούς.

Η κοινότητα μπροστά στον θάνατο

Στη Σάντα του Πόντου ο θάνατος δεν αντιμετωπιζόταν ως στιγμιαίο και αποκλειστικά βιολογικό γεγονός, αλλά ως οργανωμένη μετάβαση. Σύμφωνα με τις λαογραφικές καταγραφές, μπορούσε να προαναγγέλλεται μέσα από σημάδια και συνοδευόταν από συγχώρεση, μετάληψη, σιωπή και συλλογική φροντίδα [15,16].
Το σώμα του νεκρού δεν εγκαταλειπόταν. Καθαριζόταν, ντυνόταν και προετοιμαζόταν με σεβασμό, σαν το πρόσωπο να αναχωρούσε για ένα νέο στάδιο ύπαρξης. Η φροντίδα του σώματος αποκαθιστούσε την τάξη που είχε διαταράξει ο θάνατος και επέτρεπε στην οικογένεια και στην κοινότητα να αναγνωρίσουν δημόσια την απώλεια [15,16].

Εκφράσεις όπως «για την ψην τ’ αποθαμένονος» και «να έχετε την ευχήν ατ’» διατηρούσαν ενεργή τη σχέση με τον νεκρό. Η πρώτη συνέδεε μια αγαθοεργία, προσφορά ή πράξη μνήμης με την ψυχή του αποθανόντος. Η δεύτερη αναγνώριζε ότι η ευχή του νεκρού εξακολουθούσε να έχει ηθική και συναισθηματική αξία για τους ζωντανούς [16].

Η κηδεία, επομένως, δεν αποτελούσε μόνο ιδιωτική οικογενειακή υπόθεση. Η κοινότητα συμμετείχε στην προετοιμασία, στην τελετουργία, στο πένθος και στη στήριξη των συγγενών. Μέσα από αυτή τη συλλογική κινητοποίηση, ο ατομικός πόνος αποκτούσε κοινό πλαίσιο έκφρασης και γινόταν περισσότερο διαχειρίσιμος.

«Κηδεία στην Ορντού (Κοτύωρα) το 1900». Συνδέεται θεματικά με το έργο του Ξενοφώντα Άκογλου,
«Λαογραφικά Κοτυώρων», σσ. 222–233, το οποίο αναφέρεται στις σχετικές διαφάνειες.

Από την απώλεια στην κοινοτική αντοχή

Η κοινοτική αντοχή στον Πόντο δεν σήμαινε απουσία πόνου ούτε παθητική αποδοχή της μοίρας. Σήμαινε την ικανότητα της κοινότητας να οργανώνει τη φροντίδα, να μοιράζεται την απώλεια και να διατηρεί τη μνήμη. Η ασθένεια και ο θάνατος διατάρασσαν την κοινωνική ισορροπία, αλλά κινητοποιούσαν ταυτόχρονα τους μηχανισμούς αλληλεγγύης που μπορούσαν να τη συγκροτήσουν εκ νέου.

Η ίδια λογική συνέδεε τη φροντίδα του ασθενούς με τη φροντίδα του νεκρού. Στην πρώτη περίπτωση, η κοινότητα επιχειρούσε να αποκαταστήσει τη ζωή. Στη δεύτερη, προσπαθούσε να αποκαταστήσει τη συνέχεια, τη μνήμη και την κοινωνική τάξη μετά την απώλεια.

Στην ποντιακή κοσμοαντίληψη, επομένως, το βιολογικό και το συμβολικό δεν αποτελούσαν δύο πλήρως χωριστούς κόσμους. Το σώμα, η ψυχή, η οικογένεια, η πίστη και η κοινότητα συνδέονταν μέσα σε ένα ενιαίο σύστημα νοήματος. Η φροντίδα δεν σταματούσε όταν η θεραπεία δεν μπορούσε πλέον να αποτρέψει τον θάνατο. Συνεχιζόταν ως συνοδεία, μνήμη και προστασία των δεσμών της κοινότητας.

Από τον πρακτικό θεραπευτή στον κοινοτικό ιατρό

Κατά την ύστερη οθωμανική περίοδο και ιδιαίτερα τον 18ο και τον 19ο αιώνα, η οικονομική ανάπτυξη της Τραπεζούντας, της Σαμψούντας, της Κερασούντας και άλλων αστικών κέντρων ενίσχυσε τη δημιουργία μιας μορφωμένης ελληνικής αστικής τάξης. Τα σχολεία, οι εκκλησίες, τα κοινοτικά ταμεία και τα φιλανθρωπικά σωματεία συγκρότησαν δίκτυα εκπαίδευσης και κοινωνικής πρόνοιας.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον εμφανίστηκαν περισσότεροι εκπαιδευμένοι ιατροί, αρκετοί από τους οποίους είχαν σπουδάσει στην Αθήνα, στην Κωνσταντινούπολη, στην Οδησσό, στη Μόσχα ή στην Αγία Πετρούπολη. Με την επιστροφή τους μετέφεραν νέες αντιλήψεις για την υγιεινή, την πρόληψη και την επιστημονική θεραπεία. Ο ρόλος τους, ωστόσο, υπερέβαινε τα όρια του ιδιωτικού ιατρείου. Πολλοί συμμετείχαν σε κοινοτικά συμβούλια, εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες και φιλανθρωπικές δράσεις.

Η ανάδυση του επιστημονικά εκπαιδευμένου ιατρού δεν εξαφάνισε αμέσως τη λαϊκή θεραπευτική. Οι δύο κόσμοι συνέχισαν να συνυπάρχουν, άλλοτε συμπληρωματικά και άλλοτε ανταγωνιστικά. Παρόμοιος πλουραλισμός έχει καταγραφεί και σε άλλες περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου λόγιοι ιατροί, πρακτικοί θεραπευτές, μαίες και θρησκευτικοί λειτουργοί κάλυπταν διαφορετικές ανάγκες του πληθυσμού [17,18].

Ακόμη και η οδοντιατρική κινήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα ανάμεσα στην εμπειρική εξαγωγή δοντιών και στη σταδιακή επαγγελματοποίηση. Η απουσία πολλών ειδικών αναφορών σε οδοντιάτρους δεν σημαίνει ότι δεν αντιμετωπίζονταν οδοντικά προβλήματα. Δείχνει μάλλον ότι η σχετική φροντίδα δεν είχε ακόμη συγκροτηθεί ως διακριτός, θεσμικά κατοχυρωμένος επαγγελματικός κλάδος στον ποντιακό χώρο.

Ένα ενιαίο οικοσύστημα φροντίδας

Πριν από τις μεγάλες επιδημικές κρίσεις των νεότερων χρόνων, η ιατρική στον Πόντο είχε ήδη διαμορφώσει ένα σύνθετο οικοσύστημα φροντίδας. Η επιστημονική γνώση συνυπήρχε με την εμπειρία, η βοτανοθεραπεία με τη θρησκευτική πίστη και ο εκπαιδευμένος ιατρός με τη μαμή και τον πρακτικό θεραπευτή.

Η ιστορική αξία αυτού του συστήματος δεν βρίσκεται στην άκριτη εξιδανίκευση των παραδοσιακών πρακτικών. Βρίσκεται στην αποκάλυψη του τρόπου με τον οποίο μια κοινωνία, με περιορισμένα μέσα και άνιση πρόσβαση σε εκπαιδευμένους επαγγελματίες, οργάνωσε τη φροντίδα μέσα από τη γνώση, την εμπειρία και την αλληλεγγύη.

Από τον Κρατεύα και τη συστηματική παρατήρηση των θεραπευτικών φυτών έως τον κοινοτικό ιατρό του 19ου αιώνα, ο Πόντος δεν υπήρξε παθητικός αποδέκτης της ιατρικής ιστορίας. Υπήρξε χώρος παραγωγής, μετάδοσης και κοινωνικής προσαρμογής της γνώσης. Και όταν αργότερα οι πανδημίες και οι μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών δοκίμασαν τα όρια αυτού του συστήματος, οι κοινότητες διέθεταν ήδη μια βαθιά ριζωμένη κουλτούρα φροντίδας.

Βιβλιογραφία

  1. Hsu, E. Medical Pluralism. In The Open Encyclopedia of Anthropology;
    Stein, F.; Lazar, S.; Candea, M.; Diemberger, H.; Robbins, J.; Sanchez, A.; Stasch, R., Eds.;
    Cambridge, UK, 2021. Available online:

    https://www.anthroencyclopedia.com/entry/medical-pluralism

    (accessed on 21 September 2026).
  2. Squillace, G. Preliminary Notes on the Physician Krateuas (2nd–1st Century BC):
    A New Collection of His Testimonies and Fragments.
    Stud. Ceranea 2021, 11, 427–442.

    https://doi.org/10.18778/2084-140X.11.21
    .
  3. Totelin, L.M.V. Mithridates’ Antidote: A Pharmacological Ghost.
    Early Sci. Med. 2004, 9, 1–19.
    Available online:

    https://www.jstor.org/stable/4130095

    (accessed on 21 September 2026).
  4. Valle, G.; Stanislao, M.; Facciorusso, A.; Carmignani, M.; Volpe, A.R.
    The Pharmacology of Mithridatum: A 2000-Year-Old Remedy.
    Mol. Interv. 2003, 3, 429–432.

    https://doi.org/10.1124/mi.3.8.429
    .
  5. Bryer, A.; Winfield, D.
    The Byzantine Monuments and Topography of the Pontos;
    Dumbarton Oaks Studies 20; Dumbarton Oaks Research Library and Collection:
    Washington, DC, USA, 1985; Volumes 1–2.
    Digitized copy available online:

    https://archive.org/details/bryer-winfield-1985-byz-pontus-01-02

    (accessed on 21 September 2026).
  6. Lampsides, U. Georges Chrysococcis, le médecin et son œuvre.
    Byz. Z. 1938, 38, 312–316.
    Bibliographic information and discussion of the distinction between the homonymous scholars available online:

    https://fr.wikipedia.org/wiki/Georges_Chrysococc%C3%A8s

    (accessed on 21 September 2026).
  7. Athanasiadis, E. Λαϊκή ιατρική Σαντάς του Πόντου.
    Αρχείον Πόντου 1964, 26, 74–87.
    Bibliographic record available online:

    https://www.protoporia.gr/sullogiko-arxeion-pontou-tomos-26-161702.html

    (accessed on 21 September 2026).
  8. Nikolaidis, A. Λαϊκή ιατρική των Ελλήνων του Πόντου.
    Αρχείον Πόντου 1979, 36, 8–82.
    Bibliographic overview available online:

    https://www.pontosnews.gr/810796/pontos/paradosi/laiki-iatriki-ston-ponto-oi-chilies-kai-dyo-chriseis-ton/

    (accessed on 21 September 2026).
  9. Bimpe-Papaspyropoulou, A. Λαϊκή ιατρική των Ελλήνων του Πόντου: Γενική θεώρηση.
    Αρχείον Πόντου 1983, 38, 427–435.
    Digital journal index available online:

    https://anemi.lib.uoc.gr/hierarchy/collection/010/040/

    (accessed on 21 September 2026).
  10. Chatzopoulos, G.K. Η λαϊκή ιατρική εις το χωρίον Αντρεάντων Αμισού Πόντου.
    Αρχείον Πόντου 1977–1978, 34, 204–247.
    Bibliographic overview available online:

    https://www.pontosnews.gr/810796/pontos/paradosi/laiki-iatriki-ston-ponto-oi-chilies-kai-dyo-chriseis-ton/

    (accessed on 21 September 2026).
  11. Φωστηρόπουλος, Α. Η εγκυμοσύνη, η γέννα και η βάφτιση στον Πόντο.
    Αρχείον του Πόντου.
  12. Κελεσίδου-Γαλανού, Α. Οι αντιλήψεις των Ποντίων για τη ζωή και το θάνατο στα ποντιακά δημοτικά τραγούδια
    και η φιλοσοφική τους θεώρηση.
    Αρχείον Πόντου 1983, 38, 307–323.
    Περιεχόμενα του τόμου διαθέσιμα ηλεκτρονικά:

    https://www.protoporia.gr/sullogiko-arxeion-pontou-tomos-38-540165.html

    (accessed on 21 September 2026).
  13. Λαμψίδης, Π., Επιμ.
    Δημοτικά Τραγούδια του Πόντου, Α΄: Τα Κείμενα;
    Επιτροπή Ποντιακών Μελετών: Αθήνα, Ελλάδα, 1960.
    Βιβλιογραφική εγγραφή διαθέσιμη ηλεκτρονικά:

    https://libcatiie.eie.gr/bib/50069

    (accessed on 21 September 2026).
  14. Ioannidou-Barbarigou, M. La ballade du frère mort: Les variantes du Pontos.
    Αρχείον Πόντου 1980, 36, 86–89.
    Περιεχόμενα του τόμου διαθέσιμα ηλεκτρονικά:

    https://www.protoporia.gr/sullogiko-arxeion-pontou-tomos-36-540163.html

    (accessed on 21 September 2026).
  15. Άκογλου, Ξ.Κ.
    Από τη Ζωή του Πόντου: Λαογραφικά Κοτυώρων;
    Τυπογραφείο Γ.Π. Ξένου: Αθήνα, Ελλάδα, 1939; pp. 222–233.
    Βιβλιογραφική τεκμηρίωση διαθέσιμη ηλεκτρονικά:

    https://vergosauctions.com/auctions/detail/list/4/800/0/0?page=7&sort=DESC

    (accessed on 21 September 2026).
  16. Αθανασιάδης, Ε. Δοξασίες για τους νεκρούς στη Σάντα.
    Ποντιακή Εστία 1956, τεύχ. 80, 3885·
    Αθανασιάδης, Ε. Η κηδεία στη Σαντά.
    Ποντιακή Εστία 1962, τεύχ. 147–148, 6603–6605.
    Σχετική τεκμηρίωση για τα νεκρικά και ταφικά έθιμα της Σάντας περιλαμβάνεται επίσης στο
    Αρχείον Πόντου, τόμος 26.
    Περιεχόμενα του τόμου διαθέσιμα ηλεκτρονικά:

    https://www.protoporia.gr/sullogiko-arxeion-pontou-tomos-26-161702.html

    (accessed on 21 September 2026).
  17. Shefer-Mossensohn, M.
    Ottoman Medicine: Healing and Medical Institutions, 1500–1700;
    State University of New York Press: Albany, NY, USA, 2009.

    https://sunypress.edu/Books/O/Ottoman-Medicine
    .
  18. Gadelrab, S.S. Medical Healers in Ottoman Egypt, 1517–1805.
    Med. Hist. 2010, 54, 365–386.

    https://doi.org/10.1017/S0025727300004656
    .

Ένωση Ποντίων Μελισσίων

Ιστορικό Αρχείο & Ένωση

Ένας οργανισμός αφιερωμένος στην διατήρηση και προβολή της ιστορίας, της λαογραφίας και των παραδόσεων του Ποντιακού Ελληνισμού.
Primary Color
default
color 2
color 3
color 4
color 5
color 6
color 7
color 8
color 9
color 10
color 11
color 12