275 μ. Χ. Επί Αυρηλιανού 2 Σεπτεμβρίου
Καταγόταν από τη Γάγγρα , την πρωτεύουσα της Παφαλγονίας. Γεννήθηκε στη φυλακή, όπου είχαν κλειστεί οι γονείς του για τη χριστιανική πίστη τους. Μετά τη θανάτωσή τους τον ανέλαβε μια πλούσια χριστιανή, που λεγόταν Αμμία. Ο άγιος ως τα πέντε χρόνια του ήταν άφωνος. Υστερα είπε τη λέξη μαμά στα λατινικά, δηλαδή μάμα και και τον φώναζαν Μάμα. Στα δεκαπέντε του, τον σκότωσαν για την πίστη του. Αρχικά τον χτύπησαν με ραβδιά και ύστερα έδεσαν μολύβι στον λαιμό του και τον έριξαν στη θάλασσα. Κατάφερε να σωθεί και κρύφτηκε σε σπηλιά της Καισάρειας, όπου τρεφόταν με γάλα από ελάφια. Μετά από νέα σύλληψή του και νέα βασανιστήρια τον τρύπησαν με σιδερένιο κοντάρι στα σπλάχνα και κατέληξε μαρτυρικά. Το σώμα του ρίχτηκε στη θάλασσα και έφτασε στην Κύπρο, στον κόλπο της Μόρφου, όπου και τιμάται με μεγάλη ευλάβεια. Θεωρείται προστάτης των βουνών, αλλά και των ζώων μαζί με τον άγιο Βλάσιο.